Σοφία Σακοράφα

ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΗΣ

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

25/10/2010

Ομιλία της Σοφίας Σακοράφα στην Ολομέλεια στην επί της αρχής συζήτηση του Σ/Ν για την «Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό τομέα.»

.............

ΣΟΦΙΑ ΣΑΚΟΡΑΦΑ: Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στη συζήτηση επί των άρθρων θα αναφερθώ αναλυτικά στις συνέπειες που παράγει το σημερινό νομοσχέδιο για τους εργαζόμενους και κυρίως για τις σχέσεις εργασίας, για τον κοινωνικό χαρακτήρα των μεταφορών, επιβατικών και εμπορευματικών, για τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας του ΟΣΕ και κατ’ επέκταση της δημόσιας περιουσίας, αλλά και για τη διαχρονική ευθύνη των Κυβερνήσεων, που αποτυπώνουν όχι μόνο το πρόβλημα, αλλά και τις αιτίες που το προκάλεσαν.
Επειδή, όμως, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο εκτός του ότι αφορά σε μια από τις πιο νευραλγικές ΔΕΚΟ, έχει προβληθεί τουλάχιστον επικοινωνιακά σαν νομοσχέδιο-πιλότος και για τις υπόλοιπες προβληματικές ΔΕΚΟ, θα ήθελα σήμερα να αναφερθώ κυριολεκτικά επί της αρχής, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω την πολιτική αντίληψη που κρύβεται πίσω από τον σημερινό νομοσχέδιο.
Επειδή πολλά πράγματα, είτε ευθέως λεγόμενα είτε έντεχνα επαναλαμβανόμενα, δημιουργούν πάγιες αντιλήψεις στην κοινωνία –προπαγάνδα λέγεται αυτό- θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάτι εξαρχής. Δεν υπάρχουν προβληματικές ΔΕΚΟ με την οικονομίστικη αντίληψη που προβάλλετε και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι ο κοινωνικός χαρακτήρας υπηρεσιών που παρέχει το κράτος προς τους πολίτες του δεν είναι έξοδο λογιστικής καταχώρησης, αλλά συνταγματικά κατοχυρωμένη υποχρέωση. Γι’ αυτό και στις χώρες της Ευρώπης τα κονδύλια, με τα οποία επιδοτούνται οι κοινωνικές υπηρεσίες, δεν εγγράφονται στις αντίστοιχες ΔΕΚΟ σαν χρέη, αλλά σαν έσοδα.
Άλλο, λοιπόν, κακοδιαχείριση, που τα αίτιά της έχουν πολιτικά χαρακτηριστικά και άλλο προβληματικές ΔΕΚΟ. Αυτό το τονίζω γιατί η συνεχής αναφορά σε προβληματικές ΔΕΚΟ επιτρέπει σε όλα τα «παπαγαλάκια» του νεοφιλελευθερισμού να υποστηρίζουν ότι το κράτος είναι ανίκανο, αλλά και δεν πρέπει κιόλας να είναι υπεύθυνος διαχειριστής της περιουσίας του ελληνικού λαού. 
Αυτή η αντίληψη προβάλλεται και για τον ΟΣΕ. Ο ΟΣΕ μας κοστίζει τόσα χρήματα την ημέρα, δεν παράγει αυτά τα χρήματα, άρα είναι ζημιογόνος, άρα ιδιωτικοποιείται και αν όχι άμεσα, το τελευταίο έμμεσα και μάλιστα με ένα πρόγραμμα εξυγίανσης που στηρίζεται στην συρρίκνωση δικτύου και εργαζομένων και στην ανατροπή εργασιακών σχέσεων. Και όλο αυτό με το επιχείρημα ότι ο ΟΣΕ θα λειτουργήσει καλύτερα και η ιδιωτικοποίησή του θα βοηθήσει την πατρίδα στη δύσκολη αυτή συγκυρία.
Λοιπόν, εδώ καταρχήν μπαίνει ένα ευρύτερο πολιτικό θέμα για την απάντηση του οποίου επικαλούμαι την τοποθέτηση του ίδιου του κυρίου Πρωθυπουργού μέσα στη Βουλή, σαν Αρχηγός Αξιωματικής Αντιπολίτευσης τότε, όταν είχε μιλήσει με έντονη, πατριωτικό θα έλεγα ύφος και τόνο προβάλλοντας τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ για το πώς βλέπουμε και τι αντίληψη έχουμε για τη διαχείριση του ΟΤΕ και την εθνική ταυτότητα, που θα έπρεπε να έχει το δίκτυο τηλεπικοινωνιών. 
Εάν, λοιπόν, η σημερινή Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι μια δική της υποχρέωση, ένα δικό της πρόβλημα μπορεί να το διαχειριστεί καλύτερα ο ιδιώτης από ότι εκείνη, αυτό εμένα μου θυμίζει Μπερλουσκόνι. Εάν η ελληνική Κυβέρνηση αποδέχεται ότι κρίσιμα θέματα, που έχουν ταυτόχρονα και μείζον ενδιαφέρον, όπως είναι το δίκτυο μεταφορών, εάν αποδέχεται ότι ένας ιδιώτης μπορεί να είναι καλύτερος διαχειριστής της περιουσίας του ελληνικού λαού και να τα καταφέρει καλύτερα από την εντολοδόχο ελληνική Κυβέρνηση, τότε έχουμε μια σαφή ομολογία, που καταρχάς φαντάζει εξαιρετικά επικίνδυνη και για την ποιότητα της Δημοκρατίας, αλλά και για την ίδια τη Δημοκρατία. 
Επειδή, όμως, τελευταία γίνεται μια υπέρμετρη αναφορά ποικιλοτρόπως στην ανικανότητα και τη φαυλότητα του κράτους και προβάλλεται ταυτόχρονα σαν πανάκεια η ανάγκη ιδιωτικών επενδύσεων, που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας και θα φέρουν ανάπτυξη, ας δούμε την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά αυτών των εξυγιαντών και των σωτήρων της ελληνικής οικονομίας. Παρακαλώ αν προσεχθεί ιδιαίτερα ότι δεν αναφέρομαι στην ιδιωτική πρωτοβουλία, στο επιχειρείν και την επιχειρηματικότητα. 
Ας δούμε καταρχάς τη συμπεριφορά του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Κανονικά σε μια ομαλή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος αποτελεί στοιχείο της οικονομίας εκτελώντας μια σειρά από κρίσιμες και χρήσιμες λειτουργίες για το σύστημα. Συσσωρεύει χρήμα από τους καταθέτες και το διαθέτει στις επιχειρήσεις, δημιουργεί χρήμα προεξοφλώντας της ανάπτυξη της οικονομίας, μετακινεί γρήγορα κεφάλαια από λιγότερο κερδοφόρους κλάδους σε κλάδους με υψηλότερη απόδοση και το πιο σημαντικό: δημιουργεί ένα σύστημα διαχείρισης του κινδύνου απέναντι στο ενδεχόμενο να μην επιτευχθεί η προσδοκώμενη κερδοφορία.
Τι από τα παραπάνω έκανε αυτό το σύστημα και μάλιστα σε μια περίοδο κρίσης και επιπλέον αφού διοχετεύθηκαν μεγάλα κονδύλια του κρατικού προϋπολογισμού σαν αιμοδοσία προς αυτό; Τίποτα απολύτως, κύριοι συνάδελφοι, ας το ξεκαθαρίσουμε. Έχουμε ένα παρασιτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και επειδή σήμερα κάτοχοι χρηματιστικού κεφαλαίου είναι και οι βιομηχανικές και μεγάλου μεγέθους εμπορικές επιχειρήσεις, εν δυνάμει επενδυτές δηλαδή, ας δούμε και τη δική τους συμπεριφορά σε περιβάλλον κρίσης. Είναι αυτοί που προκειμένου να διασφαλίσουν τα συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου, του κεφαλαίου τους δηλαδή, επιβάλλουν μια πολιτική δημοσιονομικής πειθαρχίας, που οδηγεί σε παραπέρα καθήλωση της πραγματικής οικονομίας. Αυτούς, λοιπόν, με αυτά τα χαρακτηριστικά θέλουμε και σε αυτούς εμπιστευόμαστε σήμερα τον ΟΣΕ, αύριο τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, τα ΕΛΤΑ, αλλά και τα δάση και τις θάλασσές μας και μάλιστα χωρίς όρους και χωρίς κανόνες θεσμοθετημένους, χωρίς καν απαιτητά όρια και σχεδόν παρακλητικά και σε χρόνο που δεν επιτρέπει καν διαπραγματεύσεις. 
Συγχωρέστε μου την έκφραση, αλλά αυτή η πολιτική είναι πολιτική εξάρτησης. Όταν τους όρους για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, αλλά και για την πολιτική που εφαρμόζεται στο εσωτερικό της χώρας, τους θέτει απερίφραστα το ντόπιο, αλλά κυρίως το ξένο κεφάλαιο, τόσο από την άποψη της διείσδυσης του, όσο και αν αυτό είναι το πιο επικίνδυνο από την άποψη της απαξίωσης των ελληνικών παραγωγικών δυνάμεων, καταλήγουμε στο μοντέλο μιας Ελλάδας παροχής υπηρεσιών.
(XA)

(4EP)
Γι’ αυτό και δεν είναι παράξενο που σε κάποιον Υπουργό της σημερινής Κυβέρνησης φαντάζει τόσο ελκυστικό το μοντέλο του Λας Βέγκας.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και σε προηγούμενη τοποθέτησή μου είχα αναφέρει ότι πιστεύω πια ότι τα μέτρα και οι μεταρρυθμίσεις δεν προκύπτουν εξαιτίας της κρίσης αλλά υιοθετούνται επ’ ευκαιρία της κρίσης. Φοβάμαι ότι η διαδικασία σαλαμοποίησης που ακολουθείται θα έχει ένα αποτέλεσμα το οποίο στη συνολική του ανάγνωση θα είναι οδυνηρό για τη χώρα.
Επειδή παρακολουθώ να προβάλλεται συνεχώς από τα κυβερνητικά στελέχη το ερώτημα «ποιος είναι ο άλλος δρόμος που προτείνετε;» και αυτό το ερώτημα να απευθύνεται σε όλη την Αντιπολίτευση και σε όλους τους Βουλευτές, θέλω να υπενθυμίσω ότι αυτός ο άλλος δρόμος, αποτέλεσμα επεξεργασίας, προβληματισμού και πολλής δουλειάς από όλο το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι αυτός που με τη σημαία του διεκδικήσαμε και κερδίσαμε τις εκλογές στις 4 Οκτώβρη του 2009 με έντεκα μονάδες διαφορά και μάλιστα με κεντρικό σύνθημα «Ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε. Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Σ’ αυτό το ελπιδοφόρο δίλημμα απάντησε ο λαός με την ψήφο του έχοντας πλήρη συναίσθηση της κατάστασης της χώρας και δίνοντάς μας ισχυρή εντολή για αλλαγή σε μια πιο προοδευτική κατεύθυνση. 
Η αστική μας δημοκρατία, το κοινοβουλευτικό μας σύστημα στηρίζεται στη διασφάλιση της ελεύθερης και αβίαστης επιλογής του πολίτη. Η κοινωνία μπορεί πρόσκαιρα να εκβιάζεται και να εκφοβίζεται. Η αντίδρασή της μπορεί να είναι απρόβλεπτη, αλλά η μνήμη της παραμένει ισχυρή και δεν συγχωρεί.
Καταψηφίζω επί της αρχής, κύριοι συνάδελφοι. 

Twitter
Newsletter
Συμπληρώστε το email σας αν επιθυμείτε να λαμβάνετε ενημερωτικά emails
Πρόσφατα Video
Είναι ύβρις να λέτε στον ελληνικό λαό ότι η συνέχιση της πολιτικής που τον έφτασε σε κατάσταση επαιτ
Στην τελική φάση η ευρωμεσογειακή πρωτοβουλία PRIMA για την έρευνα και την καινοτομία στους τομείς των τροφίμων και του νερού