Η ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

powered by social2s

Συνέντευξη της Σοφίας Σακοράφα στον Gilles Goetghebuer του βέλγικου περιοδικού Sport et Vie, no 166, Ιανουάριος 2018.


Το Παρίσι θα φιλοξενήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2024 και όλοι χαίρονται γι αυτό. Μόνο που η ιστορία δείχνει ότι τέτοιου τύπου καλές ειδήσεις αποδεικνύονται καταστροφικές εκ των υστέρων. Όπως στην Αθήνα το 2004.

Το 1997, η υποψηφιότητα της Αθήνας διατηρήθηκε για την οργάνωση των Ολυμπιακών του 2004. Ποια ήταν η αντίδρασή σας; Θυμάστε;
Φυσικά. Μόλις ανακοινώθηκε η επιλογή της Αθήνας χάρηκα πολύ. Όλοι χάρηκαν! Ως πρώην αθλήτρια, ήμουν περήφανη που η Ελλάδα θα βρισκόταν και πάλι στο κέντρο του αθλητικού κόσμου. Είχα εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας. Ήμουν σίγουρη ότι θα αντιμετωπίζαμε την πρόκληση. Ωστόσο, άκουγα και μια μικρή φωνή βαθιά μέσα μου που έλεγε το αντίθετο. Τη μικρή φωνή του πολίτη. Η οικονομική κατάσταση δεν ήταν τότε γνωστή στην Ελλάδα και θα χειροτέρευε έντονα στη συνέχεια. Βέβαια δε μπορούσαμε να το γνωρίζουμε τότε, οφείλαμε όμως να είμαστε επιφυλακτικοί και να κρατηθούμε αυστηρά στον οικονομικό σχεδιασμό.


Πράγμα που δε συνέβη!
Όχι. Ξεκινήσαμε με έναν προϋπολογισμό στα 4,6 δις ευρώ. Τελικά η κατασκευή των αθλητικών υποδομών κόστισε δυο φορές περισσότερο από το προβλεπόμενο, δηλαδή 9,6 δις ευρώ σύμφωνα με τον οργανισμό αξιολόγησης Standard & Poor’s. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα άλλα έξοδα ανάπλασης. Συνολικά οι Ολυμπιακοί αγώνες πρέπει να κόστισαν στην Ελλάδα περί τα 20-25 δις ευρώ. Συγκρίνοντας αυτό το ποσό με το συνολικό χρέος της χώρας (320 δις) καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι μόνο οι ολυμπιακοί αγώνες που βύθισαν την ελληνική οικονομία, όπως συνηθίζουν να λένε κάποιοι. Αλλά συμβολίζουν μια εποχή κατά την οποία ξοδεύαμε χωρίς να υπολογίζουμε.


Γνωρίζετε την έκφραση «λευκός ελέφαντας»; (η έκφραση χρησιμοποιείται για τα κτίρια που κατασκευάζονται για μεγάλες εκδηλώσεις και στη συνέχεια εγκαταλείπονται. Με τον καιρό το μπετόν ασπρίζει σιγά σιγά από τον ήλιο, σαν σκελετός ελέφαντα.)
Η έκφραση αυτή δεν υπάρχει στα ελληνικά. Οι Αθηναίοι όμως γνωρίζουν καλά αυτό που εννοεί. Κατασκευάσαμε ένα σωρό από άχρηστες υποδομές που εγκαταλείφθηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Σήμερα βρίσκονται ερειπωμένες και κατειλημμένες από μετανάστες. Φανταστείτε ότι χτίσαμε γήπεδο για ένα άθλημα όπως το softball το οποίο δεν το έχουμε καθόλου στην Ελλάδα. Ή ακόμα έναν ιππόδρομο 13000 θέσεων ενώ η ελληνική ομοσπονδία ιππασίας έχει μόλις κάποιες εκατοντάδες μέλη. Ευτυχώς υπάρχουν στο πακέτο και κάποιες επενδύσεις διαχρονικές όπως το μετρό ή το αεροδρόμιο της Αθήνας. Και τα μεγάλα έργα έδωσαν δουλειά σε χιλιάδες εργάτες, κάτι που μετράει σε μια χώρα σε κρίση. Δεν πρέπει λοιπόν να απορρίπτουμε τα πάντα συλλήβδην.


Κοιτάζοντας πίσω τι σκέφτεστε;
Θα μπορούσαμε να τα πάμε καλύτερα, προσφεύγοντας για παράδειγμα σε προσωρινές κατασκευές. Για τις μόνιμες κατασκευές θα έπρεπε να είχαμε σκεφτεί την επανάχρησή τους από πριν. Με δυο λόγια θα ήταν πιο συνετό να ακολουθήσουμε το μοντέλο της Βαρκελώνης των Ολυμπιακών του 1992 όπου όλα είχαν προβλεφθεί αντί να επιδοθούμε σε αυτήν την κατασκευαστική τρέλα. Ελπίζω πραγματικά ότι η Οργανωτική Επιτροπή του Παρισιού 2024 θα μπορέσει να αποφύγει τις παγίδες που πέσαμε εμείς. Πρέπει να οικοδομήσουν το λιγότερο δυνατόν και πάντα να έχουν κατά νου την επόμενη φάση της ανάπλασης. Φυσικά, είναι ευκολότερο για μεγάλες πόλεις όπως το Παρίσι, η Βαρκελώνη ή το Λονδίνο, που διαθέτουν ήδη υπερσύγχρονο εξοπλισμό, από ότι για την Αθήνα, όπου έπρεπε να ξεκινήσουμε από το μηδέν.


Η ιστορία επαναλήφθηκε στο Ρίο το 2016.
Πράγματι. Και αυτό είναι πιθανόν να συμβεί ξανά και ξανά, αν δεν αποφασίσουμε την οριστική διεξαγωγή των ολυμπιακών αγώνων στην ίδια θέση. Ο Pierre de Coubertin ήθελε οι Ολυμπιακοί να ταξιδεύουν και «να παντρεύονται τη ζωή του κόσμου». Στο τέλος του 19ου αιώνα ήταν κατανοητό. Ήθελε να εξασφαλίσει την οικουμενικότητα της εκδήλωσης. Αλλά σήμερα; Η φήμη των ολυμπιακών αγώνων έχει κατακτηθεί, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσαν να εγκατασταθούν κάπου χωρίς να χάσουν κάτι από τη λάμψη τους. Δεδομένου ότι το ίδιο το γεγονός έχει αλλάξει με την πάροδο του χρόνου. Στην Αθήνα το 1896 συμμετείχαν 240 αθλητές σε 43 αγώνες. Στο Ρίο ήταν πάνω από 11000 αθλητές σε 306 αγωνίσματα! Έχουμε περάσει από τα 9 στα 28 αθλήματα. Σε έναν αιώνα όλα έχουν δεκαπλασιαστεί ή εικοσαπλασιαστεί. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρώ ότι είναι παράλογο να επιμένουμε στην επιλογή της περιφερόμενης οργάνωσης και να ξεκινάμε σχεδόν από το μηδέν κάθε τέσσερα χρόνια.


Θα θέλατε να ανατεθούν οι Ολυμπιακοί αγώνες συστηματικά στην Αθήνα, υποθέτω.
Όχι απαραίτητα στην Αθήνα. Θα μπορούσαν να επιστρέψουν σε κάποιο χώρο κοντά στην Ολυμπία στην Πελοπόννησο. Θα ήταν ένας κομψός τρόπος επανασύνδεσης με την αρχαία ιστορία. Ή κάπου αλλού στην Ελλάδα. Η ιστορία έχει κρατήσει κυρίως τους αγώνες της Ολυμπίας. Όμως εξίσου σημαντικοί αγώνες διεξάγονταν στους Δελφούς , στη Νεμέα και στην Κόρινθο. Υπάρχει μεγάλη επιλογή. Θα πρέπει βέβαια να είναι στην Ελλάδα. Καμιά άλλη χώρα δε μπορεί να διεκδικήσει αυτή τη νομιμότητα.


Εσείς έχετε συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς αγώνες του Μόντρεαλ το 1976 και της Μόσχας το 1980. Τι αναμνήσεις έχετε από τότε;
Υπέροχες αναμνήσεις! Στο Μόντρεαλ ήμουν 19 χρονών. Ήμουν ενθουσιασμένη με όλα αυτά που έβλεπα. Συνάντησα αθλητές από όλες τις χώρες. Οι καναδοί εθελοντές μας πρόσεχαν. Τα στάδια ήταν τεράστια και ασφυκτικά γεμάτα. Δεν είχα επίγνωση των υπερβολικών δαπανών που διέθεσε η πόλη για την διεξαγωγή των αγώνων και ότι θα έμενε στην ψάθα για τις επόμενες δεκαετίες. Και να το ήξερα δε θα άλλαζε κάτι. Μόνο ο αθλητισμός μετρούσε τότε. Ήμουν μια νέα αθλήτρια, εγωίστρια όπως ήμασταν όλοι, με εμμονή στις επιδόσεις μας. Δε με ενδιέφερε τίποτε άλλο εκτός από τον αθλητισμό και νομίζω ότι έτσι ζουν και οι σημερινοί αθλητές.


Και μετά πήγατε στη Μόσχα. Ολυμπιακοί αγώνες σε ένα πολύ βαρύ πολιτικό περιβάλλον.
Και πάλι δεν είδα τίποτα από όλα αυτά. Ήμουν στον κόσμο μου, ικανοποιημένη που η Ελλάδα δεν συμμετείχε στο μποϋκοτάζ των αγώνων από τους Αμερικάνους, σε αντίθεση με τους δύο γείτονες μας, την Αλβανία και την Τουρκία. Εκείνη την εποχή μια φράση κυριαρχούσε στα στόματα των αθλητών και των ηγετών: ‘ Δεν πρέπει να μπερδεύουμε την πολιτική με τον αθλητισμό.’

Το λέγατε και εσείς;
Πιθανόν. Λέγαμε πολλές ανοησίες τότε. Γιατί όλα είναι πολιτική. Και ο αθλητισμός βέβαια. Κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου κάθε χώρα περηφανευόταν για τις νίκες των αθλητών της για να αναδείξει την υπεροχή του συστήματός της, κάτι που οδηγούσε σε σουρεαλιστικές καταστάσεις. Στο ακόντιο στους αγώνες στο Μόντρεαλ υπήρχαν 4 αθλήτριες από την Ανατολική Γερμανία στις 5 πρώτες θέσεις, μεταξύ των οποίων και η Ruth Fuchs, το χρυσό μετάλλιο. Εκείνη τη χρονιά η Ανατολική Γερμανία και τα 16εκ κάτοικοί της ήταν μπροστά από τις ΗΠΑ στη διεθνή κατάταξη. Όλα τα μέσα ήταν καλά για να κερδίσεις μετάλλιο. Ακόμα και τα χειρότερα.


Αναφέρεστε στο ντόπιγκ;
Φυσικά. Δε σταματούσε κανείς σε τέτοιες λεπτομέρειες. Όχι μόνο στις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Όλοι ντοπάρονταν και όλοι ήταν ένοχοι ή τουλάχιστον συνένοχοι σε αυτή την απάτη. Οι αθλητές γιατί, όπως είπα, μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου τίποτε άλλο δε μετράει εκτός από τις επιδόσεις τους και γιατί είναι διατεθειμένοι να πάρουν οποιοδήποτε ρίσκο και να κάνουν οποιαδήποτε θυσία προκειμένου να πραγματοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους. Οι προπονητές είναι ένοχοι επίσης. Όπως και οι γιατροί και τα στελέχη των ομοσπονδιών. Όλοι αυτοί γνωρίζουν καλά τι κάνουν. Μόνο που υπακούν κι αυτοί στην εντολή για νίκη που τους έρχεται από πιο ψηλά. Από τους διοργανωτές, τους πολιτικούς, τους χορηγούς, τα ΜΜΕ. Όλοι αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει στα παρασκήνια αλλά δεν παρεμβαίνουν. Γίνονται έλεγχοι βέβαια. Αλλά μόνο για να κρατήσουμε την ψευδαίσθηση των καθαρών αγώνων. Στη Μόσχα όλα οι έλεγχοι ήταν αρνητικοί. Ήταν οι πιο καθαροί αγώνες της ιστορίας (ειρωνικά).

Μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου,μια ομάδα ανατολικογερμανών αθλητών μήνυσε τους υπευθύνους του παλιού γενικευμένου προγράμματος ντόπιγκ, γνωστό με το κωδικό όνομα Staatsplanthema 14.25. Γιατί δεν υπήρξε κάτι αντίστοιχο στη δύση;
Επειδή δε βιώσαμε γεγονότα παρόμοια με την πτώση του τείχους και επειδή κανείς εδώ δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να ρίξει φως στην πραγματικότητα του αθλητισμού καθ 'όλα αυτά τα χρόνια. Χάρη στην εμπειρία της δίκης στη ΛΔΓ, μάθαμε ότι είναι δύσκολο να αποδειχθεί μια σχέση αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ της λήψης ουσιών ντόπινγκ από έναν αθλητή και της επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του, η οποία μπορεί μερικές φορές να συμβεί μετά από δεκαετίες. Είναι τόσο απρόβλεπτο. Κάποια άτομα είναι καλυτέρα εξοπλισμένα από άλλα για αυτές τις θεραπείες. Για παράδειγμα τη δεκαετία του 80 στο σπριντ επικρατούσαν δυο βορειο-αμερικάνοι αθλητές. Στην ιστορία έμεινε ότι ο ένας ντοπαρόταν και ο άλλος όχι. Σήμερα αυτός που δεν ντοπαρόταν βρίσκεται σε αναπηρική καρέκλα. Υπάρχει λογική;


Πολλοί παλιοί πρωταθλητές και πρώην πρωταθλήτριες ξεκίνησαν πολιτική καριέρα μετά τον αθλητισμό. Πιο συχνά στα δεξιά παρά στα αριστερά. Πώς το εξηγείτε;
Δεν το εξηγώ. Στην πολιτική ο αθλητισμός χρησιμοποιείται συχνά μεταφορικά για να αναδειχθούν τα πλεονεκτήματα του ανταγωνισμού. Υπονοώντας ότι μας οδηγεί στην αριστεία. Και είναι κατά κάποιο τρόπο αλήθεια. Όταν ήμουν αθλήτρια είχα αντίπαλο μιαν ακοντίστρια εξίσου δυνατή, την Άννα Βερούλη. Είμαι σίγουρη ότι ο ανταγωνισμός μας ωφέλησε και τις δυο μας να εξελιχθούμε. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι ο ανταγωνισμός είναι ένα καλό πρότυπο της κοινωνίας. Δεν ήμασταν φίλες με την Άννα Βερούλη. Κάθε άλλο. Ότι λοιπόν λειτουργεί στον αθλητισμό δεν λειτουργεί απαραίτητα και στην καθημερινή ζωή. Στον αθλητισμό έχουμε στόχους σε σχέση με τις αποστάσεις, τον χρόνο, την κατάταξη. Αγωνιζόμαστε σε έναν κόσμο αριθμών, έτσι, ναι, ο ανταγωνισμός μπορεί να έχει νόημα. Στη ζωή είναι αλλιώς. Δεν υπάρχουν ρεκόρ και νίκες που κρατούν. Τα πάντα είναι υπό συνεχή αμφισβήτηση. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι καλύτερο να υπολογίζει ο ένας στον άλλο και, ει δυνατόν, να μη μισεί ο ένας τον άλλον!


Μιλώντας για την εμπειρία σας ως αθλήτρια, σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι ο υπερβολικός ανταγωνισμός επηρεάζει τον χαρακτήρα;
Νομίζω ότι ο ανταγωνισμός εντείνει τις φυσικές κλίσεις. Οι οξύθυμοι γίνονται πιο οξύθυμοι. Οι εσωστρεφείς πιο εσωστρεφείς. Αλλά αυτό ισχύει και ανάποδα. Προσωπικά όλα αυτά τα χρόνια πρακτικής τα έζησα με πραγματική ευτυχία. Έκανα υπέροχα ταξίδια, συνάντησα συναρπαστικούς ανθρώπους. Παράλληλα συνέχιζα τις σπουδές μου για να γίνω καθηγήτρια φυσικής αγωγής. Τότε ήταν ακόμα δυνατόν να συνδυάζεις και τα δύο. Εν ολίγοις, πραγματικά δεν λυπάμαι που αφιέρωσα ένα μέρος της ζωής μου στον αθλητισμό.


Δεν ωραιοποιείτε λίγο τα πράγματα;
Ναι, ίσως. Με τα χρόνια έχουμε πάντα την τάση να εξωραΐζουμε το παρελθόν. Σταθείτε, προσπαθώ να ανασύρω και κακές αναμνήσεις. Ναι, υπήρξαν και στιγμές αμφιβολίας. Και ένα αίσθημα αδικίας όταν έβλεπα αθλητές άλλων χωρών να έχουν πολύ καλύτερες συνθήκες προπόνησης από τις δικές μου. Αυτό το υπόβαθρο δυσαρέσκειας εξηγεί επίσης γιατί οι έλληνες αθλητές χάρηκαν τόσο για την ανάθεση στην Αθήνα των Ολυμπιακών του 2004. Ειδικά μετά την αποτυχία της εκστρατείας του 1996. Η Αθήνα θα έπρεπε λογικά να είχε αναλάβει την επέτειο των 100 χρόνων των αγώνων. Τελικά τους ανέλαβε η Ατλάντα. Ήμουν εκεί, στο Τόκυο το 1990, στη συνεδρίαση της ΔΟΕ που υποστήριξε αυτήν την επιλογή. Το βιώσαμε ως αδικία.


Η συνέχεια της διαδρομής σας είναι παραπάνω από εκπληκτική. Το 2004 αναστατώνετε τα πράγματα και χρησιμοποιώντας την ιδιότητά της πρωταθλήτριας παίρνετε την παλαιστινιακή υπηκοότητα για να συμμετάσχετε στους αγώνες με την παλαιστινιακή σημαία.
Ακριβώς, επέστρεψα στον στίβο στο όνομα αυτού του λαού που έχει υπομείνει τόσες δυσκολίες στην προσπάθειά του να αναγνωριστεί ως έθνος. Τότε ήμουν ήδη 47 χρονών. Όπως καταλαβαίνετε δεν είχα καμιά αθλητική φιλοδοξία. Τους τίτλους και τα μετάλλια τα είχα πίσω μου. Αλλά είχα το απαραίτητο επίπεδο για να κάνω μια πολιτική πράξη συμμετέχοντας στους αγώνες με την παλαιστινιακή σημαία και να κάνω τον κόσμο να μιλήσει για αυτό το κράτος. Κι αυτό λειτούργησε πέρα από κάθε προσδοκία.

Αυτό σας έδωσε την ευκαιρία να συναντήσετε τον Γιάσερ Αραφάτ. Τι αναμνήσεις έχετε από αυτή τη συνάντηση;
Σε όλη μου την πολιτική ζωή, είναι σαφώς το πρόσωπο που με έχει σημαδέψει περισσότερο. Ο Αραφάτ ήταν πολύ διαφορετικός από την εικόνα που είχαμε σχηματίσει στη δύση. Ανακάλυψα έναν άνθρωπο δίκαιο και απολύτως αφοσιωμένο στον λαό του. Η συνάντηση έγινε στη Ραμάλα, την παλαιστινιακή πρωτεύουσα, σε ένα είδος ράντσου, το Mouqata'a, όπου βρισκόταν σε κατ 'οίκον περιορισμό για αρκετά χρόνια. Ισραηλινοί στρατιώτες είχαν κυκλώσει την περιοχή. Του είχε απαγορευτεί να ταξιδεύει τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Παλαιστίνη. Τον καθιστούσαν υπεύθυνο για τη δεύτερη Ιντιφάντα που κανένας δε μπορούσε να σταματήσει. Στην Ελλάδα ο Υπουργός Εξωτερικών, ο Γιώργος Παπανδρέου, είχε προσπαθήσει να προωθήσει την ειρήνη και με το πρόσχημα των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας να επιτύχει μια κατάπαυση του πυρός. Η πρόθεσή του ήταν καλή. Οι συνομιλίες όμως διεξάγονταν μεταξύ εκπροσώπων των μεγάλων δυνάμεων, χωρίς να υπολογίζουν τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Αυτό δε μπορούσε παρά να οδηγήσει σε αποτυχία. Τότε ο Γιάσερ Αραφάτ πήρε την τολμηρή απόφαση να κηρύξει μονομερή κατάπαυση του πυρός. Αυτός είναι και ο λόγος που τάχθηκα υπέρ του παλαιστινιακού λαού.


Σας δόθηκε η ευκαιρία να συζητήσετε μαζί του για την ομηρεία και τις δολοφονίες από τους κομάντο του ‘Μαύρου Σεπτέμβρη’ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου το 1972;
Ναι. Σαν αθλήτρια όφειλα. Πώς μπόρεσαν να το κάνουν αυτό σε άτομα απολύτως αθώα που είχαν έρθει να συμμετάσχουν σε μια μεγάλη γιορτή του αθλητισμού και να τους σκοτώσουν μόνο και μόνο εξαιτίας της εθνικότητάς τους; Με αυτό τον τρόπο οι τρομοκράτες έπληξαν το παλαιστινιακό ζήτημα. Αυτή ήταν η άποψή μου και νομίζω ότι συμφωνούσε και ο Αραφάτ. Λυπόταν για αυτήν την επίθεση και μου δήλωσε ότι δεν είχε καμιά ανάμειξη. Τον πίστεψα. Και το πιστεύω ακόμα.


Τελευταία ερώτηση: Ποια είναι η άποψή σας για τον αθλητισμό σήμερα; Είστε απογοητευμένη ή ακόμα παθιασμένη;
Μου αρέσει ακόμα ο αθλητισμός και εξασκούμαι όταν έχω την ευκαιρία. Αυτό μου επιτρέπει να είμαι σε φόρμα και να έχω την ενέργεια που μου χρειάζεται για να συνεχίσω τους πολιτικούς μου αγώνες. Όχι όμως ο πρωταθλητισμός. Δεν με ενδιαφέρει πια. Ξέρω πολύ καλά τι κρύβεται από πίσω. Γνωρίζετε το ολυμπιακό μότο : «citius, altius,fortius», πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά. Πιστεύω ότι πρέπει να προσθέσουμε έναν τέταρτο όρο στην παράθεση, την απάτη. Γιατί δυστυχώς συνήθως νικά αυτός που εξαπατά καλύτερα.

powered by social2s

Δύσκολα θα μάθεις τις δράσεις μας από τα ΜΜΕ της λίστας Πέτσα